Maria Tsoutsi
27 Ιανουαρίου 2026
Θέλω να πω κάτι που ίσως δεν ακούγεται πολύ “σωστό” ή “θεραπευτικό” , αλλά το βλέπω όλο και συχνότερα.
Όλοι μάθαμε να βάζουμε όρια.
Και πολύ καλά κάναμε. Εκπαιδευτήκαμε,μάθαμε να λέμε όχι, να προστατευόμαστε, να μην αντέχουμε τα πάντα.
Αλλά καμιά φορά αναρωτιέμαι…
μήπως αρχίσαμε να βάζουμε όρια χωρίς να κοιτάμε ποιον έχουμε απέναντί μας;
Μήπως το όριο έγινε εύκολος τρόπος να φύγουμε πριν πληγωθούμε.
Να κλείσουμε την πόρτα πριν χρειαστεί να μιλήσουμε.
Να αποσυρθούμε πριν αντέξουμε λίγο ακόμα.
Δεν μιλάω για τις περιπτώσεις που το όριο είναι απαραίτητο.
Όταν κάτι μας καταπατά, μας υποτιμά και μας πονά.
Εκεί το όριο είναι απαραίτητο και σωτήριο.
Μιλάω για εκείνες τις άλλες φορές.
Που κάποιος μας δυσκολεύει.
Που κάτι μας θυμώνει ή μας μπερδεύει.
Που η σχέση δεν είναι «εύκολη».
Και τότε λέμε:«βάζω όριο»αλλά στην πραγματικότητα λέμε:«φεύγω». Η υπέρμετρη ανοχή μετατρέπεται σε ακαμψία. Ξεχνάμε να είμαστε ευλύγιστοι και διαλλακτικοί. Δεν συζητάμε , δεν συμβιβαζόμαστε , δεν υποχωρούμε. Απλά δηλώνουμε.
Το όριο όμως δεν φτιάχτηκε για να κόβει τις σχέσεις.
Φτιάχτηκε για να τις κάνει πιο ασφαλείς.
Και κάπου εδώ ίσως χρειάζεται να βάλουμε κι ένα όριο στα όρια.
Να ρωτήσουμε τον εαυτό μας:
— αυτό το όριο με φροντίζει ή με απομονώνει;
— με φέρνει πιο κοντά ή με κρατά μακριά;
— είναι επιλογή ή φόβος;
Γιατί οι σχέσεις δεν αντέχουν μόνο με όρια.
Αντέχουν και με αντοχή.
Με διάλογο.
Με το να μένεις, έστω και άβολα, για λίγο ακόμα.
Δεν χρειάζεται να αντέχουμε τα πάντα.
Αλλά ίσως χρειάζεται να αντέχουμε κάποια πράγματα.
Όχι για τους άλλους.
Για τη σύνδεση, για το “εμείς”.